Κρα, κρα! ή το χρονικό των κορακιών

Εκδόθηκε το 1848, έφερε τον τίτλο: «Κρα, κρα! ή το χρονικό των κορακιών» και εξιστορούσε σε έμμετρο λόγο, τη λυπητερή ιστορία ενός σμήνους κορακιών που το αφάνισαν οι αγρότες, γιατί τους έκλεβε τη σοδειά τους. Στο βιβλίο, ο συγγραφέας του -που είναι γνωστά μόνο τα αρχικά του R.M. στίχο με τον στίχο ξεδιπλώνει την οικολογία της συνύπαρξης και του ανταγωνιστικού μόχθου των ανθρώπων και των πουλιών. Ταυτόχρονα όμως νουθετεί τους νεαρούς αναγνώστες του για τις αξίες της συνεργασίας και της συντροφικότητας, ενώ δεν παραλείπει-με μια γνήσια βικτωριανή μελαγχολία-να τους προειδοποιήσει με την επαναλαμβανόμενη φράση, πως στη ζωή αυτή: Δεν υπάρχει χαρά δίχως θλίψη

Το βιβλίο συνοδεύεται από μια σειρά έξοχων εικόνων τις οποίες εικάζεται-καθώς και εδώ παρέχονται μόνο τα αρχικά του καλλιτέχνη J.B.– ότι φιλοτέχνησε η Jemima Blackburn, η Σκωτσέζα ζωγράφος που είχε εικονογραφήσει το βιβλίο Birds Drawn from Nature το οποίο εκδόθηκε το 1860.

Η αφήγηση αρχίζει μιαν ανοιξιάτικη ημέρα. Ο ήλιος λάμπει, οι κίτρινες και ιώδεις φορεσιές των κρόκων και των νάρκισσων αστράφτουν, το χορτάρι μεγαλώνει και τα κρωξίματα των κορακιών γεμίζουν τον αέρα, καλώντας το ένα το άλλο, να φέρουν κλαδάκια για να χτίσουν τις φωλιές τους. Κι όταν πια τελειώσουν θαυμάζουν το αποτέλεσμα του κοινού τους κόπου: Τις φωλιές που είναι έτοιμες να υποδεχτούν τα αυγά τους.

Σε κάθε ζεστή φωλιά πια είναι τοποθετημένα δύο αυγά και τα αρσενικά φτεροκοπούν χαρούμενα, μεταφέροντας ακούραστα στο υπομονετικό ταίρι τους σκουλήκια, σπόρους και άλλες νοστιμιές.

Ώσπου έρχεται η στιγμή να ανταμειφθεί ο κόπος τους: Από το εσωτερικό του κελύφους ακούγεται ένα ελαφρό χτύπημα και το πρώτο ασθενικό τιτίβισμα· είναι οι νεοσσοί που καθώς προβάλει το κεφάλι τους λένε: «Ω΄ τι λαμπρό θέαμα είναι αυτό; Μόνο χαρά μπορεί να νιώσουμε εδώ» .  Κι η μητέρα τους, βοηθώντας τους να βγουν από το κέλυφος, τούς ορμηνεύει: «Κρα, κρα δεν υπάρχει, δίχως θλίψη,  χαρά» , ενώ ο πατέρας τους πετά στα γειτονικά χωράφια, ψάχνοντας πίσω από τ’ αυλάκια του ζευγά, σκουληκάκια που θα φέρει στη φωλιά.

O αγρότης όμως ακούγοντας τα κρωξίματα των κορακιών, καλεί τους γείτονές του να φέρουν τα όπλα τους για να απαλλάξουν τον τόπο από τους κλέφτες του καλαμποκιού, μια και το σκιάχτρο που είχε τοποθετήσει, καθόλου δεν τους φόβισε.


Την επόμενη ημέρα οι κυνηγοί συγκεντρώνονται κάτω από τα δένδρα για να πυροβολήσουν τις φωλιές. Τα πιο νεαρά κοράκια νόμισαν πως ο ήχος κάτω από τα δένδρα, ήταν το θρόισμα του ανέμου. Το έμπειρο όμως μάτι ενός ηλικιωμένου κόρακα αναγνωρίζει αμέσως τους εχθρούς που ο σκοπός τους δεν άφηνε καμιά αμφιβολία. Τα τουφέκια υψώνονται στον ουρανό και πέφτει η πρώτη τουφεκιά. Η σφαγή είχε αρχίσει…

Επιτέλους ο ήλιος αρχίζει να βασιλεύει, ο ζευγάς αποκαμωμένος γυρνά με τ΄άλογό του σπίτι του, το χλωμό φεγγάρι λούζει τη σκηνή του φόνου, και οι κουκουβάγιες που ολολύζουν στις φυλλωσιές των κισσών, ξυπνούν στα ερείπια τις νυχτερίδες. Οι κτηματίες μη μπορώντας να διακρίνουν πλέον τα κοράκια παίρνουν τον δρόμο του γυρισμού, έχοντας μοιράσει τη λεία τους,

 Από τα λίγα που γλυτώσαν πέταξαν για το μακρινό βουνό· μη βρίσκοντας όμως εκεί απάγγειο μια λαχτάρα για τη φωλιά τους τα κατέλαβε. Και όλα με ένα κρώξιμο Kρα-κρά, αποφάσισαν να γυρίσουν πίσω στην αγαπημένη φωλιά, σκεφτόμενα λυπητερά καθώς πετούσαν σε σειρά: Πώς στον κόσμο αυτό αντάμα πάνε η θλίψη κι η χαρά.

Φίλοι αναγνώστες που φτάσατε ως εδώ, αν αγαπάτε να δείτε ή να κατεβάσετε ολόκληρο το βιβλίο, που ελεύθερα και συνοπτικά μεταφράσαμε, ο σύνδεσμος είναι εδώ.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s